Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Η ΘΕΣΗ ΕΝΟΣ ΑΓΑΛΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΜΕΝΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΚΩ


Όταν το 1929 ο Ιταλός αρχαιολόγος Luciano Laurenzi ανέσκαπτε το κοίλο του Ωδείου της Κω και από μια κρύπτη των θολωτών αιθουσών του έφερνε στο φως το εικονιστικό άγαλμα της υστεροελληνικής εποχής, που μιμείτο κλασικό πρότυπο, όλοι οι εργάτες της ανασκαφής, βλέποντας την ελαφρά κλίση και το πνευματώδες του προσώπου, που ο αρχαίος καλλιτέχνης θέλησε να δώσει στο άγαλμα, αναφώνησαν: «Ο Ιπποκράτης, ο Ιπποκράτης»!!! Ο Ιταλός αρχαιολόγος μη μπορώντας να βρει τα ποδάρια και το δεξί χέρι του αγάλματος, που ίσως κρατούσε κάποιο αντικείμενο, το οποίο θα διευκόλυνε την αναγνώρισή του και μη έχοντας λόγους ν’ απορρίψει τον χαρακτηρισμό, υιοθέτησε την ονομασία και δημοσίευσε το άγαλμα με τίτλο: “Il cosiddetto Ippocrate” «Ο λεγόμενος Ιπποκράτης» (Βλέπε Clara Rhodos V,2 σελ. 71-74).


Αμέσως η εικόνα του αγάλματος κυκλοφόρησε παντού στον σύγχρονο κόσμο και έγινε δεκτή από όλους τους γιατρούς ως η κυρίαρχη πατέντα της μορφής του Ιπποκράτη. Οι Ιταλοί δεν δίστασαν, μάλιστα, να τοποθετήσουν αρχικά το άγαλμα σε ειδικά διαμορφωμένη κόγχη στη μεγαλειώδη είσοδο του Διοικητηρίου (φαίνονται ακόμη τα ίχνη της βάσης όπου τοποθετήθηκε το άγαλμα) και να εκτυπώσουν Επιστολικό Δελτάριο (Καρτποστάλ), το οποίο απεικόνιζε τον ιστορικό Πλάτανο με φόντο το άγαλμα και το κείμενο του Ιπποκρατικού Όρκου στα ιταλικά.





Και όταν το 1934 σχεδιάστηκε και οικοδομήθηκε το 1936 από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Rodolfo Petracco το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω, μεταφέρθηκε στη δυτική πλευρά του κτιρίου και σε κατάλληλα διαμορφωμένο ημικυκλικό χώρο, ώστε να ξεχωρίζει, το περίφημο αυτό άγαλμα του Ιπποκράτη. Μετά την Ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων η Ελληνική Πολιτεία εκτύπωσε και κυκλοφόρησε σειρά γραμματοσήμων με την απεικόνιση του γνωστού αυτού αγάλματος του Πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη.


Όλοι δε οι Έφοροι Αρχαιοτήτων, Γιάννης Κοντής, Γρηγόρης Κωνσταντινόπουλος, Γιάννης Παπαχριστοδούλου και ο καταγόμενος από το Πυλί Έκτακτος Επιμελητής Αρχαιοτήτων της Κω Μιλτιάδης Ν. Νικολαΐδης καθώς και οι υπηρετήσαντες μέχρι πρόσφατα στο νησί αρχαιολόγοι, με προεξάρχουσα την αλησμόνητη Χάρις Κάντζια, δεν διανοήθηκαν να αλλάξουν τη θέση του αγάλματος. Και ήλθε επιτέλους μετά πάροδο πενταετίας το πολυπόθητο άνοιγμα του ανακαινισμένου Μουσείου με την προσθήκη της έκθεσης για το Κοινό και του πρώτου ορόφου με το πλήθος των ευρημάτων, που η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως από όλες τις περιοχές του νησιού. Ένα ομολογουμένως ιδιαίτερα αξιέπαινο έργο. Με λύπη όμως ο λαός της Κω διαπίστωσε την ημέρα των εγκαινίων του ανακαινισθέντος Μουσείου τη μεταφορά του αγάλματος του Ιπποκράτη στην απέναντι ακριβώς θέση από εκείνη της αρχικής του τοποθέτησης, που το αναδείκνυε ως κυρίαρχο και επιβλητικό ανάμεσα στα άλλα αξιόλογα αρχαία γλυπτά.


Δεν γνωρίζω ποιο σκεπτικό οδήγησε τους αρμόδιους σ’ αυτή την επιλογή, που μας εξέπληξε όλους. Θεωρώ όμως επιτακτική την επανατοποθέτηση του αγάλματος, που αποδίδεται στον Ιπποκράτη, στην εμβληματική του θέση που για 80 ολόκληρα χρόνια δέσποζε του χώρου (με εξαίρεση την περίοδο του πολέμου και της Γερμανικής κατοχής, όπου το άγαλμα μεταφέρθηκε και φυλάχθηκε στο Κάστρο της Νεραντζιάς), εκεί ακριβώς όπου είχαν επιλέξει να το τοποθετήσουν οι σώφρονες Ιταλοί αρχαιολόγοι και διατήρησαν με σεβασμό μέχρι τις μέρες μας οι Έλληνες αρχαιολόγοι, οι οποίοι, μάλιστα, τελευταία αναβάθμισαν το γλυπτό παραδεχόμενοι ότι πρόκειται για τον λεγόμενο Ιπποκράτη, αφού εικονίζει πιθανώς κάποιον ιατρό του γένους των Ασκληπιαδών  και αναχρονολόγησαν  την προέλευσή του στο τελευταίο τρίτο του 4ου αιώνα π. Χ., όπως διαβάζουμε στην αναρτημένη σχετική ετικέτα.

Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Μορφές Ελλήνων Ποιητών - ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ



Όταν το 1943 αποχαιρετούσε η Ελλάδα τον Εθνικό της Ποιητή στο Πρώτο Κοιμητήριο της Αθήνας χτύπαγε η καρδιά της ξενόφερτης σκλαβιάς (γερμανο-ιταλικής κατοχής) στον τόπο μας. Ο θάνατος του Κωστή Παλαμά δεν ήταν τότε ένα απλό γεγονός, αλλά ένα γεγονός εθνικής σημασίας, όχι μόνο επειδή ο ποιητής αυτός υπήρξε όπως ο Σολωμός εθνικός ποιητής, αλλά κι ένας βάρδος, ένας διανοούμενος υψηλού ήθους.

Ήταν πέραν τούτων, ένας οραματιστής του Έθνους κι ένας σηματωρός. Με ανοιχτά και πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του, έζησε τις ανόδους και τις πτώσεις, τους συγκλονιστικούς σταθμούς της εξέλιξης του έθνους του, από την ήττα του πολέμου της ντροπής (1897), τις ακρότητες και τους φανατισμούς του γλωσσικού ζητήματος (1901-1903), την ανάταση της επανάστασης στο Γουδί (1909), τους θριάμβους των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), το δράμα της Μικρασιατικής Καταστροφής (1922), το κλίμα της απαισιοδοξίας του μεσοπολέμου, ως το ηρωικό αναπτέρωμα της ψυχής των Ελλήνων (1940-41) και την αντίσταση κατά των Γερμανών, οπότε πια εξεδήμησε προς Κύριον. Η παρακμή και ο ζόφος της πατρίδας του, σε κάποιες κρίσιμες  φάσεις, τον έκαμαν συχνά να κλάψει πολύ και να γράψει τα σπαρακτικά «Σατιρικά Γυμνάσματα».



Γεννημένος στην Πάτρα το 1859, ορφάνεψε από μικρός και συνέχισε τη ζωή του στο Μεσολόγγι. Στην Αθήνα θα έρθει για να σπουδάσει Νομικά, σπουδές που δεν τελειώνουν αφού η ποίηση τον κατακτά ολοκληρωτικά και από πολύ νωρίς. Η Αθήνα θα είναι πια η «πατρίδα» του. Εκεί θα περάσει την «ασάλευτη» ζωή του. Θα δημιουργήσει. Θα κάνει οικογένεια.

Σε ό,τι καταπιάστηκε ο Παλαμάς έβαλε τη σφραγίδα του ξεχωριστού, του μεγάλου, του αληθινού. Κι επειδή καταπιάστηκε με τόσα πολλά θέματα και προβλήματα του καιρού του, αλλά και με διαχρονικά ανθρώπινα θέματα, έβαλε σε όλα αυτή τη σφραγίδα. Στον Παλαμά οφείλουμε τη γνωριμία των έξω από την Ελλάδα με την Ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα.

Διέθετε ο Παλαμάς νου με κοφτερή και διαπεραστική οξύτητα, αλλά ταυτόχρονα είχε και μια σπάνια ενορατική δύναμη, γι αυτό και με το μυστικό βάθος της ψυχής του, μπόρεσε να μας κοινωνήσει χώρες  και τόπους και καιρούς, που περνάνε όλα ετούτα, θαρρείς, μπροστά μας, ζωντανά και σπαρταριστά σε στίχους που πάλλονται, που στέκονται μόνοι τους, εναργείς, ακέραιοι και αναδίνουν μια σπάνια πνευματική κι αισθητική απόλαυση.

Και  είναι τούτοι οι στίχοι-να θυμηθεί κανείς μόνο τις πλατειές συνθέσεις του: «Η Φλογέρα του Βασιλιά» και «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»-κόσμοι μεγάλων οραμάτων, που ζωντανεύουν τη μοίρα του κόσμου και του ανθρώπου, του οικουμενικού ανθρώπου, μα και του Ελληνισμού τα οράματα και τους μύθους του ειδικότερα. Σκύβει ευλαβικά κανείς μπροστά στο μεγαλείο  των στίχων του, που αποτελούν τον «Ολυμπιακό Ύμνο», ο οποίος ενώνει ολόκληρη την Ανθρωπότητα: «Αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα, του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού. Κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα στη δόξα της δικής σου γης και τ’ ουρανού….».

Από πολύ νωρίς ο Παλαμάς θα γίνει οπαδός της Εθνικής Μεγάλης Ιδέας. Στηριγμένος στη βιωμένη παράδοση των πρωτεργατών της εθνεγερσίας, των Ρήγα-Καΐρη-Κοραή. Για όλους τους σκλάβους Ελληνικούς πληθυσμούς. Για όποια Ελληνική δικαίωση. Μιλώντας για τα Εθνικά Σύμβολα με ποίηση, όπως για τον τραγικό ήρωα ιεράρχη Χρυσόστομο Σμύρνης, θα γράψει: «Όπου καρδιά, όπου φρόνημα, το Γένος, η Εκκλησία. Και των Ελλήνων οι χοροί και των πιστών τα πλήθη. Σου προσκυνούμε, Άμωμε, τη θεία δοκιμασία και το μεταλαβαίνουμε το Αίμα Σου που εχύθει». «Γένος και Εκκλησία»:οι πεμπτουσίες της Ελληνικής Φυλής, που σήμερα δυστυχώς τόσο καίρια περιφρονούνται και προσβάλλονται από κάποιους.

Από ξένες γλώσσες μιλούσε και διάβαζε άριστα μόνο Γαλλικά. Μέσα από Γαλλικά κείμενα,  πρωτότυπα ή μεταφρασμένα, παρακολουθούσε την παγκόσμια πνευματική κίνηση και ενημερωνόταν με πάθος για όσα συνέβαιναν στον κόσμο. Θαύμαζε τον Βίκτωρα Ουγκώ και τον μετάφραζε, όπως πολλούς άλλους. Πίστευε στη σωστή μετάφραση. Ο ίδιος έλεγε: «Στη σωστή μετάφραση δεν τον μεταφράζεις τον Αρχαίο. Τον μετατοπίζεις αχάλαστο». Κι αυτό το βλέπουμε στην περίφημη μετάφραση του Βυζαντινού τροπαρίου της Κασσιανής, όπου αποδίδεται στη δημοτική μας γλώσσα, εκφραζόμενη αποκαλυπτικά η μυστική πλευρά της ψυχής του Παλαμά. Ισοστάσια η μετάφραση του με το  οιστρήλατο θρησκευτικό πάθος του πρωτοτύπου: «Κύριε, γυναίκα αμαρτωλή, πολλά, πολλά, θολά, βαριά τα κρίματα μου. Μα, ω Κύριε, πως η θεότης Σου μιλά μεσ’ την καρδιά μου!...».

Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος θα γράψει: «Ο Παλαμάς είναι ο πλούσιος και οδυνηρός απολογισμός  της Ελληνικής ψυχής. Μέσα στο έργο του Παλαμά εκφράζεται η Κλασσική Ελλάδα, αλλά και η τσακισμένη υπερηφάνεια των Γραικύλων, εκφράζεται ο Ελληνικός Χριστιανισμός και το βασανισμένο Βυζάντιο, εκφράζεται ο πόνος της σκλαβιάς τεσσάρων αιώνων, εκφράζεται η ομορφιά και η ασχήμια, το φως και το σκοτάδι της Ελληνικής ζωής».

Κι όταν ήρθε ο θάνατος, ο Γιώργος Σεφέρης θ’ αναφωνήσει στο άκουσμα της απώλειας του ποιητή: «Έφυγε ο τελευταίος διδάσκαλος του Γένους».Τότε ήταν που ένα πλήθος σιωπηλό και συγκινημένο, αψηφώντας του καταχτητές που παρακολουθούσαν ένοπλοι μ’ έναν απορημένο εντυπωσιασμό,  συμμετέσχε στη νεκρώσιμη ακολουθία μέσα στο ναό, αλλά και σκορπισμένο έξω στον περίβολο. Οι καταχτητές δεν θα θελήσουν να παρέμβουν ούτε κι όταν όλο εκείνο το πλήθος έψαλλε τον Εθνικό Ύμνο με τόσο πάθος και ορμή. «Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα», θα τονίσει με τη γνωστή πύρινη εγερτήρια απαγγελία του ο Άγγελος Σικελιανός και θα τελειώσει το ποίημα του με τη φράση: «Ηχήστε οι σάλπιγγες…Καμπάνες βροντερές …δονήστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…», ακουμπώντας το χέρι πάνω εκεί όπου μέσα του κοιμόταν γαλήνιος ο Ποιητής. Με τον τρόπο αυτό ο Κωστής Παλαμάς πέρασε από τη Ζωή αμέσως στην Ιστορία.

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (384-322 π. Χ.) - 2400 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ



Συμπληρώθηκαν εφέτος 2400 χρόνια από τη γέννηση του Αριστοτέλη, του μεγαλύτερου μαζί με τον Πλάτωνα Έλληνα φιλοσόφου, πολιτικού στοχαστή και ερευνητή της επιστήμης, με την παγκόσμια και διαχρονική ακτινοβολία, που έχουμε χρέος  εμείς οι Έλληνες ιδιαίτερα να τιμούμε καθώς η ηθική και πολιτική του Φιλοσοφία, έχει πολλά να διδάξει στη σημερινή μας κοινωνία.


Οι έρευνές του εκτείνονταν από τη Φυσική και τη Βιολογία μέχρι τη Ψυχολογία, την Πολιτειολογία, την Οικονομία, την Ηθική, τη Ρητορική, την Ποιητική, την Αισθητική και τη Μεταφυσική. Υπενθυμίζω μερικά μόνο από έργα του, όπως «Ηθικά Νικομάχεια», «Πολιτικά», «Ποιητική», «Ρητορική», «Περί Ψυχής», «Κατά τα Φυσικά», «Αθηναίων Πολιτεία» κλπ. Από το ογκωδέστατο έργο του Αριστοτέλη επέλεξα στο άρθρο μου αυτό να καταπιαστώ εν συντομία με τα «Πολιτικά» του, καθώς η πολιτική  σκέψη και πράξη του  Σταγειρίτη φιλοσόφου βοηθάει στην καλύτερη αντιμετώπιση των πολιτικών μας πραγμάτων με αίσθημα ηθικής ευθύνης, σε εποχές μάλιστα που ο τόπος μας έχει ανάγκη την ελεύθερη πολιτική φρόνηση και διαλεκτική επιχειρηματολογία και όχι τις αντιδημοκρατικές αλχημείες και απάτες.

Γράφει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του: «Το θεμέλιο της δημοκρατικής πολιτείας είναι η ελευθερία…»(Ζ΄, 1317 Α), ενώ παράλληλα μας δίνει και τον ορισμό της πολιτείας λέγοντας πως «η πολιτεία είναι τρόπος ζωής της πόλης» (Δ΄,11,1295 a40 κ.ε.) Μας λέει ακόμη ότι «εκ φύσεως προηγείται η πόλη της οικογένειας και του καθενός από εμάς» (Α΄, 2, 1253 a18 κ.ε.) και όπως κάθε κοινωνία  αποσκοπεί σε κάποιο αγαθό, έτσι και το κράτος (πόλις), που είναι η υπέρτατη και καθολικότερη μορφή κοινωνίας, πρέπει να αποσκοπεί στο υπέρτατο αγαθό. Η τελολογική αυτή άποψη χαρακτηρίζει ολόκληρο το σύστημα της σκέψης του. Γι αυτό χωρίς δισταγμό χωρίζει την κοινωνία σε τρία στάδια. Το πρώτο είναι η οικία (οικογένεια), η ένωση που επιβάλλεται από τη φύση για την ικανοποίηση των καθημερινών αναγκών. Το επόμενο  στάδιο είναι η κώμη που απαρτίζεται από περισσότερες οικογένειες, για την ικανοποίηση αναγκών που υπερβαίνουν τις καθημερινές. Το τρίτο στάδιο είναι η συνένωση περισσότερων κωμών σε μια ολοκληρωμένη κοινωνία (πόλις-κράτος), αρκετά μεγάλη ώστε να είναι αυτάρκης ή σχεδόν αυτάρκης, που σχηματίζεται για τη διασφάλιση του στοιχειώδους βίου, αλλά υπάρχει για χάρη της ευζωίας.

Η ευζωία περιλαμβάνει κατά τον Αριστοτέλη τόσο την ηθική όσο και την πνευματική δραστηριότητα. Το κράτος προσφέρει  καταλληλότερο έδαφος από τις άλλες μορφές  κοινωνίας για την ανάπτυξη ηθικής και διανοητικής δραστηριότητας. Αν οι πρώτες μορφές κοινωνίας είναι φυσικές, το ίδιο ισχύει και για το κράτος. Είναι λοιπόν φανερό, μας λέει ο Αριστοτέλης, ότι το κράτος είναι ένα δημιούργημα της φύσης, και ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολιτικό ζώο. Και καταλήγει: «αυτός που αδυνατεί να ζήσει στην κοινωνία (ο άπολις) ή αυτός που δεν το χρειάζεται,  γιατί είναι αυτάρκης, είναι ή θεός ή άγριο θηρίο».

Εκεί όμως που ο Αριστοτέλης έβαλε πρώτος στον κόσμο τη σφραγίδα της μεγαλοφυΐας του είναι όταν στα «Πολιτικά» του επιχείρησε  να μας αναλύσει  τη σχέση του κράτους με τον πολίτη,  την έννοια του ιδεώδους κράτους καθώς επίσης τις μορφές του κράτους (τα πολιτεύματα) και τη διάκριση των κρατικών εξουσιών. Κάθε πολίτευμα, τονίζει ο Αριστοτέλης, διαμορφώνεται και συντηρείται από το ιδιαίτερο ήθος των πολιτών του. Αποστολή του κράτους είναι λοιπόν να καλλιεργεί αυτό το ήθος με την εκπαίδευση, η οποία, γι αυτόν ακριβώς το λόγο, πρέπει να παρέχεται από την πολιτεία και όχι από τους γονείς και να είναι ίδια για όλους τους πολίτες. Κανένας πολίτης δεν ανήκει στον εαυτό του· όλοι ανήκουν στο κράτος και εκείνο φροντίζει για καθένα από τα μέρη του (Η΄,1).

Ο μέγας αυτός πολιτειολόγος διέκρινε τρεις μορφές του κράτους και αντίστοιχα τρεις παρεκβάσεις του. Θετικά αξιολόγησε τη βασιλεία, την αριστοκρατία και τη δημοκρατία και αρνητικά την τυραννία, την ολιγαρχία και την οχλοκρατία. Και αναφέροντας τη βασιλεία ο Αριστοτέλης προσδιόρισε με σαφήνεια ότι «σήμερα» (δηλ. στα χρόνια του) δεν υπάρχει ουσιαστικά αυτό το πολίτευμα, όπως το συναντούμε στην ηρωική εποχή που περιγράφει ο Όμηρος, καθώς επικρατεί πια μεγαλύτερη ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και έλλειψη διακεκριμένων ηγεμονικών προσωπικοτήτων.

Προχώρησε όμως ο Αριστοτέλης και στη διάκριση των εξουσιών του κράτους λέγοντας: «Έστι δη τρία μόρια των πολιτειών πασών……έστι δε των τριών τούτων εν μεν τι το βουλευόμενον περί των κοινών, δεύτερον δε το περί τας αρχάς……τρίτον δε τι  το δικάζον».  Η διάκριση αυτή των τριών «μορίων» του Αριστοτέλη ανταποκρίνεται στις τρεις εξουσίες, που πολλούς αιώνες αργότερα ο Montesquieu μας ανέλυσε στο έργο του “De lesprit des Loix”, δηλαδή στη νομοθετική, στην εκτελεστική και στη δικαστική. Θα γράψει ο Αριστοτέλης: «Πολίτη μιας πόλης ονομάζουμε εκείνον τον άνθρωπο που έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στην εξουσία (Αρχή), που βουλεύεται και αποφασίζει (Βουλή και Εκκλησία του Δήμου) και εκείνη που ελέγχει και δικάζει» (Δικαστήρια) (Γ΄, 1275 Β).

Ο Αριστοτέλης υπήρξε συνεχιστής της παράδοσης των Προσωκρατικών φιλοσόφων, του Σωκράτη και του Πλάτωνα και δεν ήταν ένας απόκοσμος στοχαστής και ξεχασμένος σε ιδεαλιστικές φαντασιώσεις, αλλά πολίτης του κόσμου, ερευνητής της φύσης και της κοινωνίας. Αναζητούσε πάντοτε την αλήθεια καθώς είπε εκείνο το ανεπανάληπτο: «φίλος Πλάτων, φιλτάτη δε Αλήθεια». Το δε συμπέρασμα της πείρας και της έρευνάς του συνοψίζεται στην υπέροχη φράση: «Ου ταυτόν επί δυναστεία και πολιτική» (Δεν ταυτίζεται ο δυνάστης με την πολιτική).Να γιατί σήμερα ο Αριστοτέλης αναγνωρίζεται και τιμάται από ολόκληρη την παγκόσμια διανόηση ως σκαπανέας της επιστήμης και της θετικής σκέψης, ανειρήνευτος οδοιπόρος προς την Αλήθεια και όχι ακίνητος δογματιστής.