Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ: «ΓΑΙΑΝ ΚΑΙ ΥΔΩΡ ΟΥ ΔΙΔΟΜΕΝ» ΤΟΥ ΕΜΒΛΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ 80 ΑΔΤΕ ΤΡΑΝΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΦΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΦΕΔΡΩΝ ΜΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΘΕ ΕΧΘΡΙΚΗΣ ΕΠΙΒΟΥΛΗΣ

Από την Αρχαία Ελληνική Ιστορία γνωρίζουμε ότι η φράση «γη και ύδωρ» συμβόλιζε την άνευ όρων υποταγή σε ένα κατακτητή. Η χρήση και η σημασία της φράσης αυτής, των τριών μόλις λέξεων, συνεχίστηκε ακόμη και στη νεοελληνική μας διάλεκτο.


Από τον Πατέρα της Ιστορίας τον Ηρόδοτο, που περιγράφει με το πλούσιο περιεχόμενο των εννέα βιβλίων του την έκβαση των Περσικών Πολέμων μέχρι τις μάχες των Πλαταιών και της Μυκάλης φθάνοντας ως την άλωση της Σηστού, μαθαίνουμε πως οι Πέρσες ζητούσαν γην και ύδωρ από τις πόλεις και τους λαούς που τους παραδίδονταν. Σύμφωνα με τα Περσικά έθιμα, η απόδοση αυτών των συμβόλων αποτελούσε ένδειξη υποταγής προς το Περσικό Κράτος και σήμαινε ότι αυτοί που παραδίδονταν στους Πέρσες παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα πάνω στη γη τους, στις λίμνες τους, στα ποτάμια τους, στις θάλασσες που περιέβρεχαν τις ακτές τους και σε όλα τα αγαθά τους. Δίνοντας γην και ύδωρ αναγνώριζαν την περσική εξουσία πάνω σε όλα, ακόμη και οι ζωές τους ανήκαν στον Βασιλιά των Περσών. Μετά από αυτή την αναγνώριση, ακολουθούσαν διαπραγματεύσεις για τις υποχρεώσεις και τα προνόμια των υποτελών.
Το 491 π. Χ. ο Βασιλιάς της Περσίας Δαρείος απέστειλε πρεσβείες σε πολλές από τις ελληνικές πόλεις-κράτη για ν’ απαιτήσει γην και ύδωρ, όπως σημειώνει στο έκτο βιβλίο του ο Ηρόδοτος. Η κίνηση αυτή εντασσόταν στα πλαίσια των προετοιμασιών για τη μεγάλη εκστρατεία που σχεδίαζε για τον επόμενο χρόνο και είχε ως στόχο, τόσο να βολιδοσκοπήσει τις ελληνικές πόλεις για τις προθέσεις τους, όσο και να τις τρομοκρατήσει απομονώνοντας έτσι τον κύριο στόχο της εκστρατείας του, που ήταν η Αθήνα.
Στις περισσότερες πόλεις οι πρεσβευτές έγιναν δεκτοί με διπλωματικότητα και σεβασμό. Πολλές νησιωτικές πόλεις-κράτη, όπως η Θάσος και η Αίγινα, δήλωσαν υποταγή, δείχνοντάς την μάλιστα και εμπράκτως, όπως η Θάσος που κατεδάφισε συμβολικά τα τείχη της. Το ίδιο έπραξε και ο Αμύντας, ο Βασιλιάς των Μακεδόνων, που υποτάχθηκε χωρίς μάχη, όπως διαβάζουμε στο πέμπτο βιβλίο του Ηροδότου. Μόνο σε δύο πόλεις, αντίθετα με το έθιμο της εποχής, οι πρεσβευτές εκτελέστηκαν και μάλιστα με φρικτό τρόπο. Στη Σπάρτη τους έριξαν σε βαθύ πηγάδι, λέγοντάς τους ότι εκεί θα έβρισκαν και γη και ύδωρ και στην Αθήνα τους έριξαν σ’ ένα βάραθρο, όπου συνήθως εκτελούσαν τους εγκληματίες.
Ας έλθουμε όμως τώρα και στην εποχή του πέμπτου Βασιλιά της Περσίας από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών, του Αρταξέρξη του Α΄, του μακρόχειρα, όπου μεσουρανούσε η φήμη του Πατέρα της Ιατρικής Ιπποκράτη του Κώου.

 
Διαβάζουμε στα κείμενα των Επιστολών, που περιλαμβάνονται στο περίφημο Corpus Hippocraticum, ότι ο Πέρσης βασιλιάς Αρταξέρξης σαν έμαθε πως ο Ιπποκράτης «θεία φύσει κέχρηται και εκ μικρών και ιδιωτικών εις μεγάλα και τεχνικά προήγαγε την ιατρικήν», ζήτησε επίμονα να του προσφέρει τις ιατρικές του γνώσεις, για να εξαφανιστεί η φοβερή αρρώστια που μάστιζε τότε τα περσικά στρατεύματα. Σε αντάλλαγμα για την υπηρεσία του αυτή θα του έδινε «άργυρον και χρυσόν» και θα τον καθιστούσε «τοις αρίστοις Περσέων ισότιμον», όσο κανέναν άλλον άνδρα της Ευρώπης. Ο Ιπποκράτης όμως, που έσωζε ζωές κι όχι ζωές που σκόπευαν να αφαιρέσουν άλλες (αφού ήταν γνωστό πως τα στρατεύματα του Αρταξέρξη έρχονταν να πολεμήσουν τους Έλληνες), αρνήθηκε λέγοντας ότι: «και προσφορή και εσθήτι και οικήσει και πάση τη ες βίον αρκεούση ουσίη χρεόμεθα. Περσέων δε όλβου ου μοι θέμις επαύρασθαι, ουδέ βαρβάρους άνδρας νούσεων παύειν, εχθρούς υπάρχοντας Ελλήνων». Δηλαδή «και χρήματα και ενδύματα και σπίτια και οτιδήποτε άλλο μου αρκεί στη ζωή το έχω. Των Περσών δε την μακαριότητα δεν είναι πρέπον να απολαμβάνω, ούτε από τις αρρώστιες να θεραπεύω άνδρες βαρβάρους, αφού παραμένουν εχθροί των Ελλήνων».
Τότε ο Αρταξέρξης γεμάτος οργή έστειλε στους Κώους την ακόλουθη επιστολή:
«Βασιλεύς βασιλέων μέγας Αρταξέρξης Κώοις τάδε λέγει: Δότε εμοίς αγγέλοις Ιπποκράτην ιητρόν κακούς τρόπους έχοντα και εις εμέ και εις Πέρσας ασελγένοντα. Ει δε μη, γνώσεσθε και της πρώτης αμαρτίας τιμωρίην τίσοντες. Δηιώσας γαρ την υμετέραν πόλιν και νήσον κατασπάσας ες πέλαγος ποιήσω, μηδέ εις τον επίλοιπον χρόνον γνώναι, ει ην επί τούτω τω τόπω νήσος ή πόλις Κω».
Οι Κώοι όμως απτόητοι, αρνήθηκαν να στείλουν τον συμπατριώτη τους κι έδωσαν την εξής απάντηση:
«Έδοξε τω δάμω αποκρίνασθαι τοις παρ’ Αρταξέρξου αγγέλοις, ότι Κώοι ουδέν ανάξιον πράξουσιν ούτε Μέροπος, ούτε Ηρακλέους, ούτε Ασκληπιού, ων ένεκεν πάντες οι πολίται, ούτε δώσουσιν Ιπποκράτην, ουδέ ει μέλλοιεν ολέθρω τω κακίστω απολέσθαι. Και γαρ Δαρείου και Ξέρξου από πατέρων επιστολάς γραψάντων γαίαν και ύδωρ αιτεόντων, ουκ έδωκεν ο δάμος, ορέων αυτοίς ομοίως τοις άλλοις ανθρώποις θνητούς εόντας. Και νυν την αυτήν απόκρισιν διδοί. Από Κώων αναχωρείτε, ότι Ιπποκράτην ου δίδουσιν έκδοτον. Απαγγέλλετε ουν αυτώ οι άγγελοι, ότι ουδ’ οι θεοί αμελήσουσιν αμέων».
Αυτές τις δυο επιστολές, του Αρταξέρξη προς τους Κώους και των Κώων προς τον Αρταξέρξη, είχε διαβάσει προσεκτικά στη σελίδα 84 του βιβλίου μου: «Ιστορία της Νήσου Κω. Αρχαία-Μεσαιωνική-Νεότερη», έκδοση Δήμου Κω 1990, ο Διοικητής της 80 ΑΔΤΕ το 1995 Ταξίαρχος Ελευθέριος Σταμάτης και με κάλεσε στο γραφείο του, για να μου ανακοινώσει περιχαρής ότι βρήκε σε πέντε μόνο λέξεις το κατάλληλο για τη ζώνη ευθύνης του απόφθεγμα, που θα κοσμούσε το έμβλημα της Ταξιαρχίας μας και σκόπευε να το προτείνει στην ανώτατη ηγεσία του Στρατού μας για καθιέρωση. Ως τότε, θυμίζω, πως το απόφθεγμα της Ταξιαρχίας ήταν: «Αρχή γαρ του νικάν το θαρρείν» του Πλουτάρχου. Του απάντησα ότι πιο αντιπροσωπευτικό για το νησιωτικό μας σύμπλεγμα απόφθεγμα δεν θα μπορούσε να θεσπιστεί καθώς εξέφραζε την καθολική άρνηση των κατοίκων και του στρατού μας ότι γην και ύδωρ ου δίδομεν, αλλά θα υπερασπιζόμαστε τα πατρώα εδάφη και τις θάλασσες που περιβρέχουν τα νησιά μας από κάθε εχθρική επιβουλή. Έτσι η φράση: «ΓΑΙΑΝ ΚΑΙ ΥΔΩΡ ΟΥ ΔΙΔΟΜΕΝ», με τον χάρτη της Κω, το ακόντιο και το όπλο δεμένα χιαστί συμβολικά και με το εθνόσημο αποτελούν από τότε το επίσημο έμβλημα και τη σημαία της Ταξιαρχίας μας.


Πώς, λοιπόν, να μην υπάρχει ο απαραίτητος πολλαπλασιαστής ισχύος και ο ισχυρός μοχλός αποτροπής κάθε επιβουλής για τους πάντα βρισκόμενους σε συνεχή ετοιμότητα και αποφασιστικότητα Εθνοφύλακες της 80 ΑΔΤΕ και τους Εφέδρους μας, που αποτελούν σημαντικό «γρανάζι» της πολεμικής μηχανής της ζώνης ευθύνης της Ταξιαρχίας μας, όταν όλοι τους εμπνέονται συνεχώς και καθοδηγούνται από ένα τέτοιο υπέροχο απόφθεγμα, που βγήκε από τα κατάβαθα της ελληνικής ψυχής των κατοίκων του νησιού μας πριν από 25 ολάκερους αιώνες;
Και τους μεν Εφέδρους μας διακρίνει το υψηλό αίσθημα αυταπάρνησης κάθε φορά που απαιτήθηκε να κληθούν στα όπλα σε περιόδους κρίσης, τους δε Εθνοφύλακες μας το βαθύ εθνικό συναίσθημα και η αίσθηση της αποστολής τους, για την προάσπιση των εστιών και της γης των προγόνων και των απογόνων μας, γεγονός που τους καθιστά ισχυρή αποτρεπτική δύναμη. Άλλωστε με αυτόν ακριβώς τον τρόπο έμαθαν να παλεύουν οι Έλληνες για τη διατήρηση του μείζονος αγαθού της ελευθερίας τους.
Κλείνω τη σύντομη αυτή ιστορική μου αναφορά με μιαν υπέροχη φράση του Θουκυδίδη, που παραμένει αενάως επίκαιρη. Μας λέει, λοιπόν, ο Θουκυδίδης: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον» Δηλαδή ευτυχία - αληθινή - είναι η ελεύθερη ζωή, η δε ελευθερία εδράζεται πάνω στην ευψυχία, στη λεβεντιά. Αυτήν ακριβώς την αναγκαία για την ελευθερία μας λεβεντιά καλλιεργούν και μετουσιώνουν σήμερα με τη δυναμική τους παρουσία οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, ενισχυόμενες, όποτε απαιτηθεί, από τους συμπολίτες μας Εφέδρους και Εθνοφύλακες.

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΩΣ ΣΩΘΗΚΑΝ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΗΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΑΔΗΦΑΓΟ ΒΛΕΜΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΠΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ.

   Τα δημόσια κτίρια (σχολεία, νοσοκομεία, εκκλησίες και ευαγή ιδρύματα) της Δωδεκανήσου, τα οποία σήμερα χαρακτηρίζονται «ιστορικά» καθώς πρόκειται για οικοδομήματα της περιόδου της Ιταλοκρατίας κτισμένα όμως με καταναγκαστική εργασία και οικονομική αφαίμαξη των Δωδεκανησίων και κυρίως πάνω στη δική τους γη, κινδύνευσαν λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών με δόλιες πράξεις στα Κτηματολόγια Ρόδου και Κω-Λέρου να παραχωρηθούν στο Βατικανό, ώστε να μην μπορούν να περιέλθουν αργότερα στο Ελληνικό Δημόσιο.

   Μελετώντας τα κατά καιρούς σχετικά δημοσιεύματα και κάποια έγγραφα εκείνης της εποχής, πληροφορηθήκαμε ότι με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβρη του 1943 η Διοίκηση των Δωδεκανήσων προσπάθησε να πουλήσει τα ακίνητα και τις εκτάσεις που είχε απαλλοτριώσει ή αγοράσει από την Καθολική Εκκλησία, στο Βατικανό. Μετά την κατάληψη της Δωδεκανήσου από τους Γερμανούς, τοποθετήθηκε Διοικητής των νησιών ο μέχρι τότε Ιταλός υποδιοικητής Faralli, ο οποίος πούλησε δια του Καθολικού Αρχιεπισκόπου Ρόδου Ambrosio Acciari στο Βατικανό ότι είχε αγοράσει η φασιστική κυβέρνηση και ειδικά ο προ - προκάτοχός του De Vecchi για λογαριασμό του ιταλικού κράτους. Η πώληση έγινε στις 4 Οκτωβρίου 1944 αντί του συμβολικού ποσού των 4.500.000 λιρετών.

   Και ως προς την Ρόδο επιχειρήθηκε η πρωτοκόλληση της αίτησης μεταγραφής της πώλησης αυτής την 1η Μαΐου 1945 στο εκεί Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τα ισχύοντα στον Κτηματολογικό Κανονισμό. Ως προς δε την Κω η αιτηθείσα μεταγραφή από τον αντιπρόσωπο του Αρχιεπισκόπου των Καθολικών P. Michelangelo Bacheca είχε άλλη κατάληξη. Ο αναλαβών καθήκοντα Προέδρου Πρωτοδικών Κω μόλις άρχισε η Αγγλική κατοχή των Δωδεκανήσων αείμνηστος Δρόσος Ταυλάριος (Καλύμνιος την καταγωγή) ως αρμόδιος Δικαστής του Κτηματολογίου Κω, εξέδωσε απορριπτική απόφαση στις 29 Οκτωβρίου 1945 για την αιτηθείσα μεταγραφή όλων των ακινήτων, με την αιτιολογία ότι ο Faralli, που ήταν διορισμένος από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, δεν είχε καμία ιδιότητα ως εκπρόσωπος της ήδη καταρρεύσασας φασιστικής κυβέρνησης της Ιταλίας καθώς ασκούσε καθήκοντα υπό επίβλεψη και υπέγραφε κατόπιν γερμανικής εντολής. Συνεπώς το πωλητήριο της 4ης Οκτωβρίου 1944 ήταν αυθαίρετο και ανίσχυρο και υπήρξε προϊόν σκόπιμης εικονικότητας. Αντίγραφο της απορριπτικής αυτής απόφασης κοινοποιήθηκε αμέσως την 30.10.1945 στον Michelangelo Bacheca από τον εντεταλμένο κλητήρα του Πρωτοδικείου Κω Σάββα Χατζηβασιλείου.





   Η σθεναρή στάση του αγνού εκείνου Έλληνα δικαστικού έπεισε τελικά τους Ιταλούς, που δέχτηκαν ως νόμιμη την απορριπτική του απόφαση και θεώρησαν λήξασα την υπόθεση, για την οποία δεν επανήλθαν κατά το διάστημα της ολιγόχρονης πια παραμονής τους στα Δωδεκάνησα, δεν έπεισε όμως και τους «φίλους» και συμμάχους μας Άγγλους. Γύρω στα μέσα Μαρτίου του 1947, παραμονές δηλαδή της παράδοσης της Διοίκησης των νησιών μας από τους Βρετανούς στις Ελληνικές Αρχές, ο Άγγλος Εφέτης της Ρόδου, ο οποίος, ας σημειωθεί, ήταν Καθολικός το θρήσκευμα, πιθανώς ιρλανδικής καταγωγής, αξίωσε με απλή επιστολή του προς τον διευθυντή του Κτηματολογίου Κω αείμνηστο Νικόλαο Γεωργιάδη να μεταγράψει τα ακίνητα στ’ όνομα του Βατικανού. Ο Γεωργιάδης όμως δεν έλαβε υπόψη το αξίωμα του επιστολογράφου και δεν προχώρησε στην κατά παραγγελία μεταγραφή, αλλά σαν καλός πατριώτης κι ευσυνείδητος υπάλληλος ανακοίνωσε τα της επιστολής του Άγγλου Εφέτη στον προϊστάμενό του Πρόεδρο Πρωτοδικών Κω Δρόσο Ταυλάριο.



   Ο Ταυλάριος με τη σειρά του έδωσε εντολή στον Γεωργιάδη να απαντήσει εγγράφως στον Άγγλο Εφέτη ότι: α) ο διευθυντής του Κτηματολογίου λαμβάνει διαταγές μόνο από τον προϊστάμενό του Πρόεδρο Πρωτοδικών Κω, β) οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων μετατρέπονται μόνο με αποφάσεις ανωτέρων δικαστηρίων, γ) εφόσον δεν ασκήθηκε έφεση κατά της εκδοθείσας απόφασης, η πρωτόδικος απόφαση κατέστη τελεσίδικη και κανένα δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα «καλώς αποφασισθέντα» και δ) «είναι όλως παράλογον και παράτολμον ο Εφέτης Ρόδου να αποτολμά δ’ απλής επιστολής την μετατροπήν αποφάσεως και μεταγραφήν των ακινήτων επ’ ονόματι του Βατικανού».



   Στο μεταξύ έχοντας πληροφορηθεί τα σχετικά με τις δόλιες και σατανικές απόπειρες μεταγραφής των ακινήτων ο αρχηγός της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής στη Ρόδο Συνταγματάρχης του Ιερού Λόχου αείμνηστος Χριστόδουλος Τσιγάντες θα προβεί σε μια ρηξικέλευθη παρέμβαση. Ζήτησε από την αρμόδια Αντιπροσωπεία της Ελληνικής Κυβέρνησης (στην οποία παρίστατο και ο εκ Σύμης καθηγητής αείμνηστος Σωτήριος Αγαπητίδης), η οποία πήρε μέρος στην υπογραφή της μεταξύ των Συμμάχων και της Ιταλίας Συνθήκης Ειρήνης την 10η Φεβρουαρίου του 1947 στο Παρίσι, να περιληφθεί στη Συνθήκη αυτή και στο Παράρτημα XIV (παράγραφος 2) ο καταλυτικός όρος ότι: «Πάσαι αι μεταβαβιβάσεις κρατικών ή παρακρατικών ιταλικών περιουσιών, αίτινες εγένοντο μετά την 3ην Σεπτεμβρίου 1943, θα θεωρώνται ως άκυροι και μη γενόμεναι». Αυτός ο όρος κυρώθηκε τελικά με το Νομοθετικό Διάταγμα 423/1947 κι έτσι τα σχολικά και τα άλλα κρατικά κτίρια της Δωδεκανήσου σώθηκαν από το αδηφάγο βλέμμα και την αρπακτικότητα του Βατικανού και από το Ιταλικό Δημόσιο περιήλθαν οριστικά στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως απευθείας διαδόχου του Ιταλικού Κράτους.

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΠΩΣ ΑΝΑΜΕΙΧΘΗΚΕ Η ΚΩΣ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΗΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗΣ ΣΚΑΚΙΕΡΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ 1921

   Το Δωδεκανησιακό Ζήτημα κατά τη δεκαετία του 1920 βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων διπλωματικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα, ενώ πολύ εύθραυστες συμφωνίες για την τύχη των νησιών μας εξυφάνθηκαν στο προσκήνιο. Μόλις είχε αναγγελθεί απ’ την Ιταλία ότι η μεταξύ αυτής και της Ελλάδας Συνθήκη των Σεβρών της 28ης Ιουλίου/10ης Αυγούστου του 1920 έπρεπε ν’ αναθεωρηθεί και το ανεπανάληπτο εκείνο και θαυμαστό διπλωματικό κατόρθωμα του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, που με την υπογραφή του στη Συνθήκη εκείνη απελευθέρωνε τα Δωδεκάνησα απ’ τον ξενικό ζυγό, έμελλε ν’ αποδειχτεί απλή χίμαιρα, η οποία θα έσβηνε τις ελπίδες και τα οράματα των Κώων και όλων των Δωδεκανησίων για την εθνική τους αποκατάσταση.

   Εκμεταλλευόμενη, λοιπόν, η Ιταλία τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε, εξαιτίας της ήττας του Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, κατήγγειλε τη Συνθήκη των Σεβρών ως μη ικανοποιούσα τα συμφέροντά της και κωλυσιεργώντας κάθε ευνοϊκή για την τύχη των Δωδεκανησίων προσπάθεια δεν θα διστάσει να καταφύγει ακόμη και σε πλαστογραφία της θέλησης και του πόθου των κατοίκων των νησιών μας, παρουσιάζοντάς τους (άκουσον!, άκουσον!) ως αρνησιπάτριδες.


   Έτσι στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» της Αθήνας (φύλλο 17ης Απριλίου του 1921) θα δημοσιευθεί τηλεγράφημα απ’ τη Ρώμη, σύμφωνα με το οποίο στο εκεί συνελθόν Ανατολικό Συνέδριο διαβάστηκε Υπόμνημα των κατοίκων της Κω, όπου τάχα ζητείται η παράταση της Ιταλικής Κατοχής. Το Υπόμνημα αυτό φρόντισαν οι Ιταλοί να διαβιβάσουν στο Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών, στα Αρχεία του οποίου υπάρχει μέχρι σήμερα.


   Αυτή όμως η ψευδέστατη και συκοφαντική είδηση μόλις έφθασε στην Κω εξόργισε τόσο πολύ τους Κώους, που συγκρότησαν αμέσως Ανώτατο Επαρχιακό Συμβούλιο με εκπροσώπους τους απ’ την πόλη και τα χωριά και απηύθυναν επιστολή στο Υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδας, με ημερομηνία 30 Απριλίου του 1921, ζητώντας του να διαψεύσει επίσημα αυτή την κακόπιστη πληροφορία. Τόνιζαν, μάλιστα, ανάμεσα στ’ άλλα ότι όχι μόνο δεν έστειλαν τέτοιο υπόμνημα, αλλ’ αντίθετα με επανειλημμένα Ψηφίσματά τους προς την Ελληνική Κυβέρνηση και στα Συνέδρια Ειρήνης του Λονδίνου το 1913 και του Παρισιού το 1919 διαμαρτύρονταν για την παράταση της Ιταλικής Κατοχής στα νησιά μας.


   Είναι ευτύχημα που στον Ζ΄ Κώδικα Συνεδρίων (σελ. 488-489) της Ιεράς Μητροπόλεως Κω βρίσκεται καταχωρημένη η απαντητική αυτή Επιστολή του Ανωτάτου Επαρχιακού Συμβουλίου της Κω προς το Υπουργείο των Εξωτερικών της Ελλάδας (αν και απουσιάζει, δυστυχώς, από τα αρχεία του πιο πάνω Υπουργείου) για να αποκαταστήσει πλήρως την ιστορική αλήθεια σε σχέση με την ανυπόστατη, κακόβουλη και ατελέσφορη εκείνη προσπάθεια των Ιταλών κατακτητών. [Για το θέμα αυτό βλέπε και στο βιβλίο μου: «Ιστορία της Νήσου Κω. Αρχαία-Μεσαιωνική-Νεότερη», 1990, σελ. 436 και αγγλόφωνη έκδοση, 2015, σελ. 429].

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΗΣ ΚΩ.

   Απόπειρες δολοφονίας κατά του Εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου είχαν εξυφανθεί αρκετές κατά τη διάρκεια της πολυκύμαντης πολιτικής του ζωής, τέσσερις όμως ήταν οι σημαντικότερες. Η πρώτη έγινε στις 15 Νοεμβρίου του 1910 όσο διαρκούσε η προεκλογική του περιοδεία για τη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή. Η δεύτερη έγινε τον Αύγουστο του 1920 στο Παρίσι (σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών), λίγες  μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, όπου δύο βασιλόφρονες απότακτοι αξιωματικοί έριξαν εναντίον του δέκα σφαίρες και τον τραυμάτισαν ελαφρά στον ώμο και το ένα χέρι. Κρατώντας τότε στο τραυματισμένο του χέρι την ενυπόγραφη από τον ίδιο  Συνθήκη, εμφανίστηκε στη Βουλή των Ελλήνων και εν μέσω ενθουσιωδών ζητωκραυγών αναφώνησε: «Ιδού, Κύριοι, η Συνθήκη της Μεγάλης Ελλάδος των δύο Ηπείρων και των πέντε Θαλασσών»!!!.  Η τρίτη απόπειρα έγινε τον Ιανουάριο του 1923 και η τέταρτη  στις 6 Ιουνίου του 1933 στη λεωφόρο Κηφισίας, που παραλίγο να στοιχίσει τη ζωή του ίδιου και της  συζύγου του Έλενας, όταν, με το αυτοκίνητο τους, επέστρεφαν από την Κηφισιά και δέχτηκαν καταιγισμό πυρών.


   Από έγγραφα του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών πληροφορούμαστε τον σκοτεινό ρόλο των Ιταλικών Αρχών κατοχής της Κω κατά την τρίτη απόπειρα δολοφονίας του Ελευθερίου Βενιζέλου, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου, τον Ιανουάριο του 1923. Πώς όμως βρέθηκε περιπεπλεγμένη η Κως σ’ εκείνη τη δολοφονική απόπειρα; 

   Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου από επιστολή που έφθασε στην Αθήνα και προφανώς είχε λογοκριθεί, έμαθαν ότι στο ιταλοκρατούμενο νησί της Κω είχαν αφιχθεί από τη Σάμο οι δύο γνωστοί ληστές και κακοποιοί αδελφοί,  ο Κωνσταντίνος και Γιάννης Γιαγιάς  και ζήτησαν ιταλικά διαβατήρια για να διαφύγουν προς την Ευρώπη. Δεν καθοριζόταν με ακρίβεια ο προορισμός των δύο αυτών κακοποιών, γιατί στην επιστολή σημειωνόταν με το σημείο «Χ». Ο Γιάννης γνώριζε καλά τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και οι Υπηρεσίες Ασφαλείας φοβούνταν ότι θα χρησίμευε ως οδηγός του αδελφού του, που ήταν ειδικός στη διάπραξη δολοφονιών. Είχαν επίσης την πληροφορία ότι τα αδέλφια αυτά είναι αντιβενιζελικοί και πιστοί προς την «εκπεσούσαν Αυλήν» (δηλ. προς τον έκπτωτο Βασιλιά Κων/νο)  και είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο ή άλλη ελληνική προσωπικότητα που διέμενε στην Ευρώπη. Αυτά προέκυπταν από έγγραφο ( με αριθμ.538/18/31-1-1923) του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών, που στάλθηκε  στην  Αντιπροσωπεία μας στη Διάσκεψη της Ειρήνης στη Λωζάννη. Για την περίπτωση των δύο κακοποιών που βρίσκονταν στην Κω ειδοποιήθηκε εγγράφως (αριθμ. 1059) στις 2 Φεβρουαρίου του 1923 ο επικεφαλής της Αστυνομίας της Λωζάννης R. Jacquillard από τον πρεσβευτή μας Δ. Κακλαμάνο,  δεύτερο στην τάξη της Ελληνικής Αντιπροσωπείας   στη Διάσκεψη εκείνη,   για να λάβει τα   ενδεικνυόμενα    μέτρα. Οι Ιταλικές όμως Αρχές του νησιού μας δεν έκαμαν καμιά προσπάθεια για να δώσουν πληροφορίες στις Ελληνικές Διωκτικές Αρχές, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες  το είχαν ζητήσει.


   Γνωρίζουμε, βέβαια, από δημοσίευμα στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» (φύλλο  24ης  Σεπτεμβρίου 2006)  της Προϊσταμένης της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών κ. Φωτεινής Τομαή, ότι οι διαβόητοι κακοποιοί  αδελφοί «Γιαγιάδες», που προσπάθησαν για λογαριασμό της φασιστικής Ιταλίας να αποσχίσουν τη Σάμο από την Ελλάδα, φυγαδεύτηκαν τελικά από τους Ιταλούς μέσω Κω προς τα Μούγλα της Τουρκίας και κατέφυγαν στη Νέα Έφεσο (Κιουσάντασι), όπου ζήτησαν άσυλο, για να τύχουν, μάλιστα, και ιδιαίτερης προστασίας και περιποίησης από τους Τούρκους. Για το ίδιο ζήτημα είχε δημοσιεύσει πρώτος  ένα άρθρο, με αναπάντητα όμως ερωτήματα, ο δημοσιογράφος Κώστας Τσαλαχούρης, στο βιβλίο του με τίτλο: «Σελίδες Ιστορίας. Ροδιακά και άλλα», εκδόσεις Θυμέλη ( 2002), σελ. 174-177. Τυχόν σχετικά έγγραφα προερχόμενα  από  Ιταλικές πηγές δεν έχουν εντοπισθεί προς  το παρόν. Θα ήταν χρήσιμο για τη διεξαγωγή ασφαλέστερων συμπερασμάτων αν είχαμε  τις θέσεις και τις απόψεις  των τότε Ιταλικών Πολιτικών και Διπλωματικών Αρχών επί του θέματος αυτού.

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Οι αλησμόνητες Πατρίδες - Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ

   Έχουν περάσει 111 χρόνια από τότε που ξεριζώθηκε μια για πάντα ο Ελληνισμός από τη λεγόμενη Ανατολική Ρωμυλία. Η ονομασία Ρωμυλία είναι κατά  βάση τουρκική, από το Ρουμ και το Υλί, που  σημαίνει «Επαρχία των Ρωμιών», δηλαδή των Ελλήνων. Η Ανατολική Ρωμυλία είχε έκταση γύρω στα 36.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και τα σύνορά της αποτελούνται στα βόρεια από την οροσειρά του Αίμου, στα νότια από την οροσειρά της Ροδόπης, στα δυτικά της έχει το όρος Όρβηλος  και στ’ ανατολικά της βρέχεται από τον Εύξεινο Πόντο. Την ελληνικότητα της Ανατολικής Ρωμυλίας δεν μπόρεσε ποτέ κανείς να αμφισβητήσει. Το μαρτυρούν αυτό τόσο ο ελληνικός πληθυσμός της, που σε περίοδο μεγάλης ακμής έφτασε κάποτε τους 600.000 περίπου κατοίκους, όσο και οι 5 μητροπόλεις, οι 113 κεντρικές εκκλησιές, τα 100 παρεκκλήσια, τα 10 μοναστήρια, τα 66 σχολειά, μερικά ανώτερης παιδείας, με 8.000 περίπου μαθητές και 186 δασκάλους.


   Πλούσια ήταν η συμβολή της Ανατολικής Ρωμυλίας στα Γράμματα, στις Τέχνες, στον Πολιτισμό. Ήθη και Έθιμα πανάρχαια Θρακικά κι Ελληνικά διασώζονται ακόμα και  μέχρι τις μέρες μας εκεί. Όταν, λοιπόν, η Ρωσία και οι Δυτικές Δυνάμεις παρέδιδαν την Βόρεια Θράκη στους Βουλγάρους, γνώριζαν ότι παρέδιδαν ένα κομμάτι της ελληνικής γης, αφού αθέτησαν ακόμα και την ονομασία Ανατολική Ρωμυλία. Η ιστορία άλλωστε είναι ο αδιάψευστος κριτής. Οι Θράκες ήταν αυτόχθονας λαός. Πατρίδα τους από τα μυθικά χρόνια, είναι η ενιαία Θράκη. Θράκες ήταν οι Πελασγοί, οι παλαιότεροι κάτοικοι της Ελλάδας. Ο Έβρος (ονομασία που πήρε και ο γνωστός ποταμός) ήταν γιός του Αίμου και της Ροδόπης. Η Θράκη υπήρξε επίσης πατρίδα του Ορφέα. Εκεί στις όχθες του Έβρου, ακούστηκε για πρώτη φορά η γλυκόλαλη λύρα του, που μάγευε ακόμη και τα άγρια ζώα. Οι Θράκες είχαν λάβει μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία. Από τη Θράκη ήταν ο προσωκρατικός φιλόσοφος Δημόκριτος και αργότερα ο Σπάρτακος, ο μεγάλος δούλος επαναστάτης, και άλλοι πολλοί.


   Κατά τους βυζαντινούς χρόνους εμφανίζονται βέβαια από τα Βόρεια οι Βούλγαροι, αλλά η Θράκη παραμένει καθαρά Ελληνική και Προπύργιο του Μεσαιωνικού Ελληνισμού στις επιδρομές των βαρβάρων  του Βορρά. Στα χρόνια  της δουλείας, από τον 14ο αιώνα μέχρι και τον 19ο, οι Βούλγαροι δεν εξαφανίζονται μόνο από το προσκήνιο της ιστορίας, αλλά χάνουν εντελώς και την εθνική τους ταυτότητα. Ο πανσλαβισμός θα έρθει αργότερα, στα τέλη πια του 19ου αιώνα, όταν οι λεγόμενες  Μεγάλες Δυνάμεις θα βάλουν στην σκακιέρα των συμφερόντων τους τη Βαλκανική, για να κινούν τα πιόνια τους. Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Αυστροουγγαρία έπρεπε να κατασπαράξουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην περιοχή των Βαλκανίων κι η καθεμιά τους να πάρει το μερίδιό της. Έτσι λοιπόν άρχισε η μοιρασιά. Η Ρωσία με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ιδρύει μια Βουλγαρία τέρας. Οι Δυτικές Δυνάμεις έχουν άλλα συμφέροντα και προσβάλλουν τη συνθήκη αυτή, κάνοντας άλλο συνέδριο στο Βερολίνο το 1878 και γίνεται ξανά η μοιρασιά των Βαλκανίων. Η Βόρεια Θράκη ονομάζεται  Ανατολική Ρωμυλία και κηρύσσεται αυτόνομη. Ξεκομμένη από τον κύριο κορμό της Ελλάδας, ανήμπορη η Ελληνική πολιτική να παίξει ουσιαστικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της περιοχής, η Ανατολική Ρωμυλία μετατρέπεται σε εύκολη λεία για τους επιβουλείς.


   Κάπως έτσι αρχίζει ο μεγάλος Γολγοθάς για τους Έλληνες της Ανατολικής Ρωμυλίας. Το μεγαλύτερο όμως δράμα έρχεται το καλοκαίρι του 1906. Επί τρεις μήνες το τουφέκι, η φωτιά και το τσεκούρι δούλευαν ακατάπαυστα. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για να ξέρουμε πόσοι πέρασαν από το λεπίδι των Βουλγάρων. Πάντως πάνω από 120 εκκλησιές, 70 σχολειά,  ανάμεσά τους και η νεοσύστατη Μαράσλειος Σχολή, το κόσμημα της πανάρχαιας πόλης της Φιλιππούπολης, καταστράφηκαν. Το Μεγάλο όμως Ολοκαύτωμα έγινε στην Αγχίαλο. Η Βουλγαρική μανία αφού κατέσφαξε τους κατοίκους, παρέδωσε στις φλόγες ότι απόμεινε. Θρήνος, Κλαυθμός και Οδυρμός πολύς.



   Μετά τα γεγονότα αυτά  δεν είχε μείνει τίποτε άλλο παρά η φυγή των Ελλήνων. Μ’ ένα δισάκι στον ώμο και με κουράγιο αρκετό, φεύγουν βίαια ξεριζωμένοι από τις εστίες και τα πατρώα εδάφη τους, που τόσες λαμπρές σελίδες ιστορίας έχουν γράψει. Ο ξεριζωμός συνεχίζεται και μέχρι το 1920-1923 με τη συνθήκη του Νεϊγύ «περί εκούσιας μετανάστευσης», η οποία όμως έγινε γρήγορα, αναγκαστικά και βίαια. Χιλιάδες καραβάνια Ελλήνων προσφύγων εγκαταλείπουν τα υπάρχοντά τους και ψάχνουν να βρουν μια καινούργια πατρίδα. Το Ελληνικό Κράτος βρέθηκε ανέτοιμο να τους εγκαταστήσει γρήγορα μαζί με τους άλλους ξεριζωμένους αδελφούς τους της Μικράς Ασίας και η μεγάλη οδύσσεια  αυτών των προσφύγων συνεχίστηκε και μέσα στη μητέρα πατρίδα. Ο κύριος όγκος των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας θα εγκατασταθεί τελικά στη  Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Εκεί παρ’ όλες τις δυσκολίες και τις αντίξοες συνθήκες μπόρεσαν να επιβιώσουν, να ριζώσουν και να επανδρώσουν τον βασικό κορμό της Ελλάδας.


   Θα φέρουν, ωστόσο, μαζί τους τα χιλιάδες χρόνια της πλούσιας ιστορίας και του πολιτισμού τους, ξετυλίγοντάς τα μέσα από τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά τους. Κύριος εκφραστής του πολιτισμού τους είναι η αρχέγονη μουσική τους παράδοση, τα τραγούδια και οι χοροί τους, που έχουν τις καταβολές τους στο βυζάντιο, περιγράφονται όμως και στην αρχαιότητα από τον Ησίοδο, τον Πλούταρχο και τον Ξενοφώντα.   Το ύφος τους μαρτυρεί τη δυναμική της περιοχής της Βόρειας Θράκης, την οποία σεβάστηκαν και διατήρησαν ακόμα και οι Βούλγαροι.

   Αυτή η μουσική παράδοση της Ανατολικής Ρωμυλίας αποτελείται από  πολύ ζωηρούς χορούς, που τους διακρίνει η γρήγορη, ρυθμική τους κίνηση. Είναι χοροί θεματικοί, κυκλικοί, αντικριστοί και μικτοί, που διαθέτουν πολλή ένταση, δυναμισμό, συναίσθημα και πολυπλοκότητα κινήσεων, όπως ο Ζωναράδικος χορός, που είναι ο πιο γνήσιος Ρωμυλιώτικος  χορός και ο Μπογδάνος, που είναι βουνίσιος χορός. Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι και ο τσιρισμός της φωνής των γυναικών της Ανατολικής Ρωμυλίας στο τραγούδι, ενώ δεν λείπουν και τα ζωηρά επιφωνήματα, που  είναι στοιχεία που προσδίδουν τον ξεχωριστό χαρακτήρα στους χορούς της Θράκης.


   Το μεγαλείο αυτής της τόσο σπουδαίας μουσικοχορευτικής  παράδοσης  του αδούλωτου Ελληνισμού, της  αλησμόνητης Ανατολικής μας Ρωμυλίας,  παρουσίασε στις 7 του Μάη 2017 στο Κινηματοθέατρο «Ορφέας» της πόλης Κω το συγκρότημα με τη χορική διδασκαλία του Μανόλη Χαλκιδιού και τίτλο: «Ο ήχος πιάνει το χορό και γίνεται τραγούδι», στα πλαίσια μιας αξιέπαινης εκδήλωσης, που διοργάνωσε το Λύκειο των Ελληνίδων-Παράρτημα Κω. Χρέος έχουμε οι Έλληνες ποτέ να μην ξεχνούμε.