Η χρήση των παρακάτω περιεχομένων επιβάλλει τη ρητή αναφορά στον συγγραφέα και στο έργο του,
διαφορετικά εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Ο ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ*

Στο «Περί διαίτης υγιεινής» έργο της Ιπποκρατικής Συλλογής περιγράφονται εκτός από τις τροφές, τα είδη και η ποσότητα κρασιού, που πρέπει να πίνουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Μας λέει, λοιπόν, ο Ιπποκράτης το χειμώνα να πίνουμε ελάχιστο κρασί, χωρίς ανάμιξη με νερό (ακρατέστατος οίνος), την άνοιξη να πίνουμε λίγο περισσότερο κρασί, πιο αραιωμένο με νερό (υδαρέστερος οίνος) και το καλοκαίρι το κρασί να είναι πολύ αραιωμένο με νερό και άφθονο (υδαρέστατος οίνος).Το παράδοξο στις ιπποκρατικές αυτές συστάσεις είναι γιατί ένας φυσιολογικός άνθρωπος πρέπει να πίνει λίγο κρασί το χειμώνα και πολύ το καλοκαίρι;

Κωακοί αμφορείς κρασιού (αριστερά: τέλος 3ου-αρχές 2ου αιώνα π.Χ., κέντρο: 1ου αιώνα π.Χ.-1ου αιώνα μ.Χ., δεξιά: τέλος 2ου αιώνα μ.Χ.) στο Μουσείο Βodrum (Aλικαρνασσού).

Γιατί σύμφωνα με τον Ιπποκράτη ο άνθρωπος, όπως όλα τα ζωντανά όντα, αποτελείται από φωτιά και νερό, δύο στοιχεία με διαφορετικές, αλλά και με συμπληρωματικές ιδιότητες: η φωτιά είναι θερμή και ξηρή, το νερό υγρό και κρύο. Η υγεία είναι θέμα ισορροπίας αυτών των ιδιοτήτων στον οργανισμό. Αντίθετα προς το νερό, το κρασί είναι θερμό. Και στην κλασική αρχαιότητα, τότε που ζούσε ο Ιπποκράτης, τα κρασιά ήταν γλυκά μέχρι πολύ γλυκά. Επομένως, ήταν πολύ δυναμωτικά, θερμιδογόνα και θερμαντικά, λόγω των πολλών σακχάρων που περιείχαν. Κατάλληλα, λοιπόν, για να αντιμετωπίσει ο ανθρώπινος οργανισμός τον ψυχρό και υγρό χειμώνα. Γι' αυτό έπρεπε να πίνονται «άκρατα» - χωρίς ανάμιξη με νερό - ώστε να μην αυξάνει στον οργανισμό το ψυχρό και υγρό στοιχείο.

Όμως η πόση «άκρατου» γλυκού κρασιού σε μεγάλες ποσότητες ήταν επιβλαβής για την υγεία, γι αυτό ναι μεν «άκρατος», αλλά σε μικρή ποσότητα. Με τον ερχομό της άνοιξης ήταν ανάγκη να αρχίσει να ενυδατώνεται ο οργανισμός, ώστε να εξισορροπεί η δράση της φωτιάς. Γι' αυτό επιβαλλόταν σταδιακή αύξηση πόσης κρασιού συνεχώς και πιο «υδαρούς», όσο πλησίαζε ο καλοκαιρινός καύσωνας.

Δεν θα ήταν φυσικό όμως ο Ιπποκράτης να συμβούλευε τους ανθρώπους να πίνουν νεράκι του Θεού; Μα γιατί στα αρχαία χρόνια τα νερά, όπως λένε οι ειδικοί, δεν είχαν την καθαρότητα των σημερινών αστικών πόσιμων νερών, που απολυμαίνονται με χλώριο. Έτσι, όταν έλεγε να πίνουν κρασιά «υδαρέστατα», στην πραγματικότητα συμβούλευε να πίνουν νερό, που είχε αναμιχθεί με λίγο κρασί, το οποίο επενεργούσε ως «φάρμακο». Αποστείρωνε το νερό, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Ως Κώος ο Ιπποκράτης και γνωρίζοντας καλά τα κρασιά του νησιού του συμβούλευε: «και πινέτω οίνον αυστηρόν Κώον ως μελάντατον» και «πινέτω δε οίνον Κώον υπόστρυφνον ως μελάντατον». «Αυστηρό» σημαίνει το ξηρό, «μελάντατο» το σκούρο κόκκινο, σχεδόν μαύρο και «υπόστρυφνο» το στυφό ή μπρούσκο κρασί. Συνιστούσε, δηλαδή, να πίνονται δύο είδη κώτικου κρασιού: το ξηρό-σκούρο και το στυφό-σκούρο.

Στην Κω όμως που ήταν «εύκαρπος», όπως μας λέει ο Στράβων (ΧΙV 2,19) και φημιζόταν στην αρχαιότητα για τις εκλεκτές ποικιλίες των κρασιών της, συναντούμε και τον «λευκοκώον» ή «τεθαλαττωμένον οίνον», δηλ. εκτός από το σκούρο-ξηρό και το ανοιχτόχρωμο (λευκό) κρασί (αναμεμιγμένο με θαλασσινό νερό), που περιγράφουν ο Πλίνιος, ο Κάτων, ο Αθήναιος και οι επιγραφές του νησιού καθώς επίσης τον «πτελεατικόν οίνον», που αναφέρει ο Θεόκριτος (Ειδύλλιο Ζ΄, 65) και τον hippocoum vinum, που μνημονεύει ο S. P. Festus και παραγόταν ίσως στον αρχαίο δήμο Ιππιωτών. Γι' αυτό και το κρασί της Κω είχε μεγάλη εμπορευσιμότητα. Βρέθηκε μεγάλος αριθμός κωακών αμφορέων κρασιού σε πολλά εμπορικά κέντρα του αρχαίου κόσμου, από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μεσόγειο.


*: Από τη μονογραφία μου: «Οι φαρμακευτικές ιδιότητες του κρασιού κατά τον Ιπποκράτη. Τα κρασιά της Κω ανά τους αιώνες (Κώϊοι οίνοι)» που δημοσιεύθηκε στα ΚΩΑΚΑ τόμος Η΄, Έκδοση Πνευματικού Ομίλου Κώων «Ο Φιλητάς», Κως 2003,σελ.163-176 και στο ΧΑΡΙΣ ΧΑΙΡΕ Μελέτες στη μνήμη της Χάρης Κάντζια, τόμος Α΄, Έκδοση Υπουργείου Πολιτισμού-Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004,σελ.269-275.